- ἐμμαπέως
- ἐμ-μαπέως (μάρπτω, μαπεῖν, also im Griff, schnell zugreifend), sofort, sogleich, rasch
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εμμαπέως — ἐμμαπέως (Α) επίρρ. γρήγορα ή με προθυμία … Dictionary of Greek
ἐμμαπέως — quickly indeclform (adverb) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
υποδέχομαι — ὑποδέχομαι, ΝΜΑ και ιων. τ. ὑποδέκομαι και ὑποδέχνυμαι, Α 1. δέχομαι, συγκεντρώνω κάτι που πέφτει ή που ρέει από πάνω (α. «η δεξαμενή υποδέχεται τα λύματα τού εργοστασίου» β. «ἀγγεῑον τὸ μέλλον ὑποδέξεσθαι τὸ ὕδωρ», Ήρων) 2. δέχομαι με… … Dictionary of Greek